ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΒΛΑΒΕΣ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΤΡΟΧΑΙΟΥ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ

Οι κακώσεις του νευρικού συστήματος αποτελούν σημαντικό αίτιο νοσηρότητας και θνησιμότητας στις σύγχρονες κοινωνίες. Πιο συγκεκριμένα, τόσο το κεντρικό όσο και το περιφερικό νευρικό σύστημα είναι δυνατόν να υποστούν τις συνέπειες του τραύματος σε τροχαία ατυχήματα και οι επακόλουθες υπολειμματικές βλάβες επηρεάζουν την ενδεχόμενη αναπηρία του ασθενούς.

Η φύση και η έκταση των ιστολογικών βλαβών του νευρικού ιστού στις περιπτώσεις αυτές καθορίζει και τη βαρύτητα των συμπτωμάτων σε κλινικό επίπεδο, η οποία ως εκ τούτου ποικίλλει σημαντικά. Για παράδειγμα ένας ασθενής στον οποίο διαγιγνώσκεται εγκεφαλική διάσειση δεν διατρέχει κανένα βραχυπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο κίνδυνο, ενώ αντιθέτως βαριές καρανιοεγκεφαλικές κακώσεις που οδηγούν σε ενδοεγκεφαλικά αιματώματα ενδέχεται να προκαλέσουν το θάνατο του ασθενούς.

Ίσως ακόμη πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι οι κακώσεις του νευρικού συστήματος αποτελούν αρκετά συχνά αίτιο μόνιμης αναπηρίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η παραπληγία ή/και τετραπληγία σε ανθρώπους που υπέστησαν τραυματική βλάβη του νωτιαίου μυελού. Η συχνή ανάπτυξη μόνιμης, υπολειμματικής αναπηρίας εξηγείται από το ότι ο νευρικός ιστός διαθέτει περιορισμένη έως μηδενική (ανάλογα με το άν η βλάβη αφορά το κεντρικό ή το περιφερικό νευρικό σύστημα) ικανότητα αναγέννησης και επαναφοράς των χαμένων λειτουργιών.

Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι ασθενείς με αναπηρίες νευρολογικής προέλευσης δεν εμφανίζουν μόνο κινητικές δυσκολίες, αλλά και μια πληθώρα μη κινητικών συμπτωμάτων που επηρεάζουν περαιτέρω την ποιότητα της ζωής τους. Τέτοια συμπτώματα είναι ο χρόνιος πόνος, οι διαταραχές του λόγου και της επικοινωνίας εν γένει, η ανικανότητα ελέγχου των σφιγκτήρων και άλλα.

Η εκτίμηση του βαθμού της αναπηρίας αποτελεί αναπόσπαστο μέρος μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης ενός ασθενούς. Στην περίπτωση των τραυμάτων του νευρικού συστήματος κύριος υπεύθυνος για το έργο αυτό είναι ο νευρολόγος, ο οποίος είναι δυνατόν να συνεργασθεί με νευροχειρουργό όταν υπήρξε ή σχεδιάζεται χειρουργική παρέμβαση, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις που συνυπάρχει σκελετική κάκωση η άποψη ενός ορθοπεδικού κρίνεται απαραίτητη.

Ειδικότερα όσον αφορά τη νευρολογική εκτίμηση ο ιατρός προβαίνει σε προσεκτική ανασκόπηση του ιστορικού καθώς σε μια ενδελεχή νευρολογική εξέταση. Σημαντικά εργαλεία στη σύνταξη μιας ολοκληρωμένης ιατρικής έκθεσης για τον υπολογισμό της αναπηρίας από τον ιατρό αποτελούν οι παρακλινικές εξετάσεις, όπως η νευροαπεικόνιση με αξονική ή μαγνητική τομογραφία και η νευροφυσιολογική αξιολόγηση. Ειδικότερα, οι νευροφυσιολογικές εξετάσεις (ταχύτητες αγωγής νεύρων, ηλεκτρομυογράφημα, προκλητά δυναμικά) αποτελούν απαραίτητο βοήθημα στις τραυματικές κακώσεις του περιφερικού νευρικού συστήματος (π.χ. διατομή περιφερικών νεύρων, κακώσεις βραχιονίου πλέγματος σε τροχαία ατυχήματα κτλ.), τόσο για τον προσδιορισμό της εντόπισης και της βαρύτητας της βλάβης, όσο και για την πρόγνωση του ασθενούς.

Επίσης, σε περιπτώσεις που οι κακώσεις του νευρικού συστήματος προκαλούν αξιόλογα συμπτώματα που εμπίπτουν σε άλλες ειδικότητες (π.χ. κατάθλιψη, ουρολογικές επιπλοκές, σεξουαλική δυσλειτουργία), τότε η γνωμάτευση από τον εκάστοτε ειδικό ιατρό συμπληρώνει τη νευρολογική αξιολόγηση.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η κατά τα ανωτέρω εκτίμηση των νευρολογικών βλαβών εξαιτίας του τροχαίου ατυχήματος με την σύνταξη της σχετικής ιατρικής γνωμάτευσης οδηγεί σε σαφή συμπεράσματα σχετικά με τον υπολογισμό της αναπηρίας του θύματος του τροχαίου ατυχήματος και αποτελεί ουσιώδες αποδεικτικό υλικό κατά την επιδίκαση της οικονομικής αποζημίωσης που διεκδικείται στα δικαστήρια.

Δεκέμβριος 2013
Δημήτριος Παρίσης
Λέκτορας Νευρολογίας Α.Π.Θ.