ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΤΑΜΕΙΩΝ ΣΤΟΥΣ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥΣ

Με την υπ’ αριθ. 8568/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κρίθηκε ότι δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ,  δηλαδή οι απαιτήσεις των ασφαλιστικών οργανισμών π.χ. του Ο.Α.Ε.Ε. (εντολέας μας), οι οποίες αφορούν ασφαλιστικές εισφορές που προέκυψαν ως την ημέρα του πλειστηριασμού  κατατάσσονται προνομιακά στον πίνακα κατατάξεως των δανειστών   και ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα πριν από  τις απαιτήσεις των τραπεζών. 

Συνέπεια της ως άνω απόφασης είναι ότι με την προνομιακή κατάταξη των ασφαλιστικών ταμείων στον πίνακα κατάταξης δανειστών του πλειστηριασμού,   οι οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές  εξοφλούνται κατά προτεραιότητα (στο σύνολο τους ή σε μέρος αυτών) σε σχέση με τις οφειλές προς τις τράπεζες. Αυτό συνεπάγεται την εξασφάλιση των δικαιωμάτων  συντάξεως και υγείας του ασφαλισμένου με την αντίστοιχη απαλλαγή του από τις ασφαλιστικές του υποχρεώσεις, καθώς το δικαίωμα σύνταξης και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης κάθε πολίτη κρίνεται σημαντικότερο από την ικανοποίηση των   τραπεζών για λόγους κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος, όπως προκύπτει από την αιτιολογία της παρακάτω αποφάσεως.   

ΜονΠρΘεσ 8568/2014

 «…Με τον μοναδικό λόγο της ανακοπής η ανακόπτουσα ισχυρίζεται  ότι εσφαλμένως κατατάχθηκαν τα καθ’ ών η ανακοπή ν.π.δ.δ. προνομιακά στο προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης διότι η διάταξη του άρθρου 41 παρ. 1 ν. 3863/2010 , με την οποία ορίστηκε ότι στις διατάξεις της περίπτωσης 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ , όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 ν. 1545/1985, υπάγονται και οι απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον προέκυψαν έως την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης , αντίκειται στις αυξημένης ισχύος διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 17παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος , 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι με αυτή διευρύνθηκε το γενικό προνόμιο ικανοποίησης των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και με τον τρόπο αυτό εισάγεται αυθαίρετη και αδικαιολόγητη μεταχείριση αυτών , που θίγει εκδήλως το κοινό περί δικαίου αίσθημα καθώς δε συντρέχουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος που να επιβάλλουν μία τέτοια διερεύνηση. Ότι άλλως ακόμη και αν κριθεί συμβατή με τι ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος , της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής η διάταξη  του άρθρου 41 ν. 3863/2010 , η εφαρμογή της πρέπει να περιοριστεί χρονικά ώστε να μην καταλαμβάνει και την προσημείωση υποθήκης, που ενεγράφη υπέρ της τον μήνα Ιούνιο του έτους 2008, ήτοι περίπου δύο έτη πριν την έναρξη ισχύος της διάταξης του άρθρου 41 ν. 3863/2010 το μήνα Ιούλιο του έτους 2010. Επί του λόγου αυτού της ανακοπής πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα : Πριν από την θέση σε ισχύ της διάταξης του άρθρου 41 ν. 3863/2010 οι απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης είχαν 6ης σειράς προνόμιο στην κατάταξη των δανειστών στον πίνακα για την διανομή του εκπλειστηριάσματος και συνεπώς ικανοποιούνταν μέχρι του 1/3 του εκπλειστηριάσματος (μετά την αφαίρεση των προνομίων της 1ης σειράς ) αφού προηγουμένως είχαν ικανοποιηθεί από αυτό οι απαιτήσεις του Δημοσίου (5η σειρά) . Με την διάταξη του άρθρου 41 παρ.1 ν. 3863/2010 ορίστηκε ότι στις διατάξεις της περίπτωσης 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ , όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 ν. 1545/1985, υπάγονται και οι απαιτήσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εφόσον προέκυψαν έως την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης. Η περίπτωση 6 του ιδίου άρθρου του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 16 του ν. 2972/2001 (Α΄291), καταργείται, αναριθμουμένων των επομένων περιπτώσεων, ενώ με την διάταξη του άρθρου 56 ν. 3994/2011 αντικαταστάθηκε η περίπτωση 3 του άρθρου 975 και ορίστηκε ότι στην ίδια τάξη υπάγονται και οι απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης αρμοδιότητας γενικής γραμματείας κοινωνικών ασφαλίσεων, εφόσον προέκυψαν έως την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης και επομένως οι απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης ικανοποιούνται στο σύνολο τους κατά προτεραιότητα από το σύνολο του εκπλειστηριάσματος χωρίς κανένα χρονικό ή ποσοτικό περιορισμό. Η συγκεκριμένη επιλογή του νομοθέτη έλαβε χώρα υπό τις γνωστές συνθήκες οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης που δεν μπορούν να αγνοηθούν και με δεδομένη την αδυναμία των ασφαλιστικών οργανισμών να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους (καταβολή συντάξεων, κάλυψη δαπανών, που αφορούν την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη κλπ.), επιπροσθέτως δε όπως παρατηρούνταν η αναγγελία των ασφαλιστικών οργανισμών σε πλειστηριασμούς συχνά δεν είχε σαν αποτέλεσμα την πλήρη ικανοποίηση των απαιτήσεων τους από ασφαλιστικές εισφορές.  Με τα δεδομένα αυτά η διεύρυνση αυτή του γενικού προνομίου ικανοποίησης των φορέων κοινωνικής ασφάλισης δεν παρίσταται αδικαιολόγητη και μάλιστα κατά τρόπο έκδηλο , που να θίγει την κοινή περί δικαίου συνείδηση , αλλά συνέτρεχαν σοβαρότατοι λόγοι κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος και ειδικότερα λόγοι κοινωνικής ανάγκης και ειδικής σκοπιμότητας , που την επέβαλαν , δοθέντος ότι η  κατάρρευση ασφαλιστικών οργανισμών με την αδυναμία καταβολής συντάξεων , κάλυψης δαπανών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης κλπ, θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες για τον κοινωνικό σύνολο και ιδίως για τους πολίτες με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες. Εξάλλου οι νόμοι, που ρυθμίζουν την σειρά ικανοποίησης των απαιτήσεων των δανειστών στην διαδικασία της κατάταξης δεν αφορούν τις ίδιες απαιτήσεις ούτε  τα εμπράγματα δικαιώματα , τα οποία τις εξασφαλίζουν , αλλά τον τρόπο με τον οποίο θα ικανοποιηθούν αυτές από την περιουσία, η οποία υπάρχει κατά τον χρόνο της κατάταξης . Για τον λόγο αυτό τα προνόμια που καθιερώνονται κρίνονται σύμφωνα με τον νόμο, που ισχύει κατά τον χρόνο αυτό (δηλ. της κατάταξης), αφού η λόγω του προνομίου προτίμηση δεν αποτελεί στοιχείο της απαίτησης αλλά αφορά τη σχέση των απαιτήσεων μεταξύ τους , λόγω της συνδρομής περισσότερων δανειστών, η δε κατά τον ανωτέρω τρόπο ρύθμιση των προνομίων , σύμφωνα με τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο της κατάταξης, δεν άγει σε ανατροπή εμπραγμάτων δικαιωμάτων, που προϋπήρχαν της έναρξης ισχύος αυτού και επομένως δεν προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος για την προστασία της ιδιοκτησίας (ΑΠ 309/1994 ΝοΒ 1995 237, ΑΠ 458/1990 ΝοΒ 1991 753, ΕφΑθ 8420/1993 ΕλλΔνη 1994 1103, ΕφΑθ 10225/1991 ΕΕμπΔ 1993 297). Επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 41 ν. 3863/2010 στην υπό κρίση περίπτωση λόγω εγγραφής προσημείωσης υποθήκης υπέρ της καθ ης πριν από την έναρξη ισχύος της διάταξης αυτής το μήνα Ιούνιο του έτους 2008 και με τα δεδομένα αυτά κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της ανακοπής…»